Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΑ ΦΥΤΑ

ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ:
Ανθίζει πρώτη την άνοιξη έχει μεγάλη σπουδαιότητα για την μελισσοκομία, γιατί δίνει άφθονη γύρη και νέκταρ. Όταν συμπέσει η ανθοφορία της με καλό καιρό, συντελεί στην ανάπτυξη του γόνου των μελισσών πρώιμα και ανάλογο δυνάμωμα των πληθυσμών.


ΠΥΡΗΝΟΚΑΡΠΑ ΔΕΝΤΡΑ:
Ροδακινιά βερικοκιά - δαμασκηνιά - κερασιά, που δίνουν πολύ νέκταρ και γύρη.

ΓΙΓΑΡΤΟΚΑΡΠΑ ΔΕΝΤΡΑ :
Μυγδαλιά - αχλαδιά - κυδωνιά ( μουσμουλιά φθινόπωρο ) μικρότερης απόδοσης από τα προηγούμενα σε νέκταρ, εκτός της μηλιάς που αποδίδει πολύ. 
Πορτοκαλιές - λεμονιές κ.τ.λ. ξινόδεντρα, μεγαλύτερη απόδοση σε νέκταρ που το μέλι τους έχει εξαιρετική γεύση και άρωμα. ( Οι πορτοκαλιές της Άρτας, Πρέβεζας,Σπάρτης, Χίου, Κρήτης, αποτελούν ένα σπουδαίο κεφάλαιο για τους μελισσοκόμους εκείνων των περιοχών).
Γενικά όμως ο μελισσοκόμος δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στα οπωροφόρα δέντρα για εσοδεία, για τους λόγους : 
α) Την εποχή που ανθίζουν, τα μελίσσια είναι στην αρχή της ανάπτυξης τους και δεν έχουν πολύ πληθυσμό για να επωφεληθούν και να γεμίσουν τις κυψέλες. 
β) Ο καιρός την άνοιξη δεν είναι σταθερός. Πότε βρέχει, πότε κάνει κρύο και οι μέλισσες δεν μπορούν να πετάξουν σταθερά και συνεχώς, χωρίς να παραλείψουμε και την ζημιά που γίνεται στους πληθυσμούς από τα ραντίσματα των ανθισμένων δέντρων με εντομοκτόνα από ασυνείδητους καλλιεργητές. Για αυτούς όλους τους λόγους τα οπωροφόρα δέντρα έχουν μεγαλύτερη σημασία για το δυνάμωμα των μελισσών, παρά για τη συγκομιδή μελιού. Και αυτός όμως είναι ένας σπουδαίος παράγοντας.


ΔΑΣΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ:
Μεγάλη σημασία για τη μελισσοκομία έχουν τα δασικά δέντρα με φαγώσιμο καρπό.
Η κρανιά και η φουντουκιά που ανθίζουν αρχές Μάρτη και δίνουν άφθονη γύρη, εξαιρετικά τονωτική για τη γέννα της βασίλισσας. 
φραγκομουσμουλιά οπωροφόρο των νότιων περιοχώνπου ανθίζει τον Νοέμβρη είναι εξαιρετικά ευεργετικά, γιατί, με την άφθονη γύρη της, κάνει να ξαναρχίσει η γέννα της βασίλισσας σε μια εποχή που έχει σταματήσει η εκτροφή γόνου και έτσι ανανεώνεται ο πληθυσμός προτού μπει ο χειμώνας. 
Η χαρουπιά που αυτοφύεται και ευδοκιμεί στα νησιά και στη νότια Ελλάδα ανθίζει αρχές φθινοπώρου και δίνει πολύ μέλι και γύρη. 
Οι αγριοκαστανιές των δασών, με άνθηση μέσα Ιουνίου δίνουν ένα μέλι με σκούρο χρώμα, εξαιρετικά τονωτικό για τα μελίσσια, αλλά κυρίως άφθονη γύρη άριστης ποιότητας που βοηθά πολύ στην ανάπτυξη μεγάλων πληθυσμών.
Η Iτιά και η φτελιά (καραγάτς), που δίνουν άφθονη γύρη από τα τέλη του Φλεβάρη και αρκετό μέλι. 
Η Ροβίνια ή ψευδακακία, γνωστή με το κοινό όνομα ακακία, ανθίζει τέλη Απρίλη ως αρχές Μάη και δίνει εξαιρετικό μέλι με υπέροχο άρωμα και λευκό χρώμα. Είναι δέντρο που χρησιμοποιούν στις δεντροστοιχίες στους δρόμους των πόλεων και τους επαρχιακούς αλλά και στα αναχώματα των σιδηροδρομικών γραμμών και τα πρανή των αυτοκινητόδρομων για να συγκρατεί τα χώματα με τις άφθονες και επιπόλαιες ρίζες της και τις παραφυάδες που βγάζει. Δυστυχώς επηρεάζεται πολύ εύκολα από τις καιρικές συνθήκες και με ένα ξηρό αέρα ή μια βροχή σταματά η νεκταροέκκριση της, η οποία μόνο με πολύ ευνοϊκές συνθήκες μπορεί να κρατήσει μια βδομάδα.
Η Σοφόρα η Ιαπωνική χρησιμοποιείται πολύ στις δεντροστοιχίες των δρόμων. Ανθίζει διαδοχικά από τα μέσα Ιουνίου ως τον Σεπτέμβρη και δίνει αρκετό μέλι.
Η Γλεδίτσια η τριάκανθη, χρησιμοποιούνταν άλλοτε για φυσικούς φράχτες και στις δεντροστοιχίες των δρόμων. Η ανθοφορία της κρατά 2 μήνες, Ιούνιο-Ιούλιο, για αυτό είναι πολύτιμο δέντρο για την μελισσοκομία. Οι μέλισσες επισκέπτονται πολύ τα φουντωτά άνθη της και μένουν αρκετά πάνω τους, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκουν πολύ νέκταρ. 
Η Κερκίς η κερατώδης (κοινώς Κουτσουπιά), φυτεύεται στους δρόμους και τα πάρκα. Ανθίζει αρχές Μάρτη και με τα άφθονα μοβ λουλούδια της αποτελεί μια πολύ καλή πηγή νέκταρος στην αρχή της άνοιξης. 
Η Φλαμουριά, που ανθίζει μέσα Ιουνίου, δίνει άφθονο και αρωματικό μέλι, αν συντρέξει ζεστός και υγρός καιρός. Το μέλι της έχει τις ίδιες θεραπευτικές ιδιότητες που έχει και το άνθος της. 
Οι Βαλανιδιές, τον Ιούλιο-Αύγουστο δίνουν ζαχαρώδεις εκκρίσεις από το κάτω μέρος των φύλλων τους. Οι μέλισσες τις μαζεύουν πρόθυμα, αλλά είναι ελεεινής ποιότητας μελίτωμα και αν μείνει στην κυψέλη τον χειμώνα προκαλεί δυσεντερία στις μέλισσες.
Τα Πεύκα, όταν είναι εμβολιασμένα με το κοκκοειδές παράσιτο «εργάτης» (MARSHALINA HELLENICA), δίνουν μεγάλες ποσότητες μέλι από τον Αύγουστο ως τον Απρίλιο. Το παράσιτο ρουφά τους χυμούς του Πεύκου και τους μετατρέπει σε ένα μελίτωμα, ένα μέρος του οποίου εκκρίνει από την κατάληξη του πεπτικού σωλήνα του. Οι μέλισσες το μαζεύουν και το μετουσιώνουν σε μέλι με καλή γεύση που δεν ζαχαρώνει. Μεγάλες ποσότητες από πευκόμελο παράγουν η Θάσος, η Εύβοια, η Ικαρία και οι χερσόνησοι Κασσάνδρα και Σιθωνία της Χαλκιδικής, που έχουν μεγάλα πευκοδάση. 
Τα Έλατα τον Ιούλιο-Αύγουστο παράγουν πολύ μελίτωμα παρασίτων, όπως και του Πεύκου, που μαζεύουν οι μέλισσες και το μετουσιώνουν σε ένα μέλι με ιδιάζουσα ευχάριστη γεύση και άρωμα, που έχει τονωτικές ιδιότητες για τον ανθρώπινο οργανισμό.


ΘΑΜΝΟΙ:
Οι σπουδαιότεροι για τη μελισσοκομική σημασία τους είναι.
Ερείκη η σπονδυλωτή (σούσουρα, κισσούρι, τσιάρο), που ανθίζει έπειτα από τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές Σεπτέμβρη-Δεκέμβρη, δίνει άφθονο μέλι με χαρακτηριστικό ευχάριστο άρωμα, αλλά πολύ δυνατή γεύση και χρώμα σκούρο. Επίσης δίνει και άφθονη γύρη. Το μέλι της ερείκης έχει χαμηλή εμπορική αξία και κρυσταλλώνει πολύ γρήγορα, αλλά είναι εξαιρετικά τονωτικό για τις μέλισσες και διεγερτικό για τη γέννα της βασίλισσας. Οι μέλισσες μπορούν να πετάξουν σε απόσταση μέχρι και 10 χιλιόμετρα για να βρουν ανθισμένη ερείκη και να μεταφέρουν το μέλι και τη γύρη της. Μελίσσια που πέταξαν το φθινόπωρο σε ερεικότοπους, ανανεώνουν προ του χειμώνα τον πληθυσμό τους και βγαίνουν νωρίς την άνοιξη με μεγάλους πληθυσμούς και με την τάση για σμηνουργία, εφόσον ξεχειμώνιασαν με άφθονα αποθέματα από ρεικόμελο και γύρη ερείκης. 
Ερείκη η δενδρώδης ( ρείκι ή χείλι ) είναι ένα άλλο ερεικώδες φυτό ύψους μέχρι 1,5 μέτρο που ανθίζει νωρίς την άνοιξη, δίνει πολύ γύρη (η οποία όμως δεν έχει την ίδια τονωτική δύναμη για τις μέλισσες) και ανώτερης ποιότητας μέλι ανοιχτόχρωμο, με λεπτό άρωμα και ωραία γεύση. 
Κουμαριά ανήκει και αυτή στα ερεικώδη, ανθίζει τον Νοέμβριο και δίνει άφθονο μέλι, ακατάλληλο για την ανθρώπινη κατανάλωση επειδή είναι υπόπικρο, αλλά εξίσου τονωτικό για τις μέλισσες όπως και της ερείκης, καθώς και η γύρη της. Υπάρχει και μια ποικιλία κουμαριάς, η λεγόμενη γλυστροκουμαριά, που ανθίζει την άνοιξη, εξίσου ευεργετική για τα μελίσσια με το μέλι και τη γύρη της. 
Θυμάρι, με την επιστημονική ονομασία « θύμος ο κεφαλωτός», απαντά κυρίως στην νότια Ελλάδα, από τον Όλυμπο και κάτω και στα νησιά. Ανθίζει τον Ιούνιο-Ιούλιο και, όταν βρέξει αρκετά την άνοιξη, δίνει μέλι εξαιρετικής ποιότητας με υπέροχο άρωμα και γεύση ασύγκριτη. Θεωρείται δικαίως το ανώτερο μέλι του κόσμου, περίφημο διεθνώς με την ονομασία «μέλι του Υμηττού». Το θυμαρίσιο μέλι είναι εξαιρετικά τονωτικό για τις μέλισσες και φαίνεται πως με τα αιθέρια έλαια που περιέχει είναι προληπτικό για τις ασθένειες των μελισσών. Έχει, επίσης, το προτέρημα να διατηρείται σε ρευστή κατάσταση μέχρι δύο χρόνια χωρίς να κρυσταλλώνει.
Θύμος ο έρπων, μια άλλη ποικιλία θυμαριού φυτρώνει και στη βόρεια Ελλάδα, αλλά σε μικρές ποσότητες, ανάμεσα σε άλλα αγριολούλουδα, ώστε είναι δύσκολο να πετύχει κανείς αμιγές μέλι του, το οποίο έχει ωραίο άρωμα και πολύ λεπτή γεύση.
Λυγαριά, είναι ψηλοί θάμνοι που φυτρώνουν στις κοίτες των χειμάρρων κυρίως, ανθίζουν από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο διαδοχικά και δίνουν αρωματικό μέλι. 
Βάτος, Ιούλιο-Αύγουστο δίνουν μέλι χαμηλής ποιότητας σε ασήμαντες ποσότητες, χρήσιμο ωστόσο για τη συντήρηση των μελισσών στην πιο ξερή εποχή του χρόνου. 
Φασκομηλιά ή αλιφασκιά, που φυτρώνη σε γυμνά και πετρώδη βουνά όλης της χώρας μας, ανθίζουν μέσα Ιουνίου και δίνουν άφθονο και αρωματικό μέλι πρώτης ποιότητας.
Σιδηρίτης (τσάι του βουνού), που ανθίζει μαζί με τη φασκομηλιά, δίνει μέλι υπέροχο σε χρώμα, άρωμα και γεύση, που συναγωνίζεται το θυμαρίσιο. Τέτοιο μέλι παράγει η Κάρυστος στη νότια Εύβοια.
Ρίγανη - αγριορίγανη - μέντα(φλισκούνι) - καλαμίνθη δεντρολίβανο, ανθοφορία τον Ιούλιο, πρώτης ποιότητας αρωματικά και εύγευστα μέλια. 
Άσπρα τριφύλλια των βουνών ( αυτοφυόμενα ), ανθοφορία τον Ιούνιο είναι μια από τις κυριότερες πηγές μελιού με λευκό χρώμα, αλλά άρωμα και γεύση όχι σπουδαία.


ΦΥΤΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ:
Σιτηρά δεν δίνουν τίποτε απολύτως, εκτός από το καλαμπόκι που δίνει άφθονη γύρη. Όσπρια μόνο τα κουκιά δίνουν αρκετό μέλι και λιγότερο ο ήμερος βίκος.

Ονοβρυχίδα δίνει άφθονο και πρώτης ποιότητας μέλι, βρίσκεται σε άγρια κατάσταση στις βοσκές. 
Αγριοβίκος, γνωστή με την ονομασία «καβαλαρία» αυτοφύεται σαν ζιζάνιο ανάμεσα στα σιτηρά και δίνει άφθονη γύρη, Απρίλη-Μάη, και μέλι με λευκό χρώμα και λεπτή γεύση, αλλά με τη χρησιμοποίηση των ζιζανιοκτόνων πάει να εκλείψει.
Βαμβάκι - σουσάμι - γλυκάνισος, που ανθίζουν Ιούλιο-Αύγουστο, αποτελούν μια υπολογίσιμη πηγή μελιού στους κάμπους. 
Καπνός, αν και ο καιρός είναι τότε βροχερός, οπότε ο βαθύς κάλυκας του φυτού γεμίζει με νέκταρ μέχρι του σημείου όπου μπορεί να το φτάσει η προβοσκίδα της μέλισσα. Στην περίπτωση που οι καπνοφυτείες προσβληθούν από μελίγκρα, οι μέλισσες μαζεύουν από τα φύλλα του καπνού ένα μελίτωμα πολύ χαμηλής ποιότητας που υποβαθμίζει και το αποθηκευμένο μέσα στην κυψέλη μέλι από τα άλλα φυτά. 
Αμπέλι, στην άνθηση τους δεν δίνουν τίποτα απολύτως, μόνο όταν ωριμάσουν τα σταφύλια, οι μέλισσες ρουφούν το χυμό από τις τρύπιες ρόγες, που τις τσίμπησαν τα σπουργίτια είτε οι σφήκες. Οι σιαγόνες της μέλισσας με κανένα τρόπο δεν μπορούν να τρυπήσουν τον φλοιό της ρόγας. 
Τριφύλλια, το άσπρο (TRIFOLIUM REPENS) και το κόκκινο τριφύλλι (TR. PRATENSE) δίνουν πολύ μέλι σε άλλες χώρες. Στον τόπο μας από τα τριφύλλια καλλιεργείται μόνο η μηδική ( MEDICAGO SATIVA), από την οποία μόνο όταν αφήνεται για σποροπαραγωγή οι μέλισσες παίρνουν αρκετό και καλής ποιότητας μέλι, πέρα από τον Ιούλιο.
Διαβάστε περισσότερα "ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΑ ΦΥΤΑ"

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Χρήση του Οξαλικού Οξέος στην αντιμετώπιση της Βαρροϊκής Ακαρίασης

Χρήση του Οξαλικού Οξέος στην αντιμετώπιση της Βαρροϊκής
Ακαρίασης
Επιστημονικός
Υπεύθυνος:
Φανή Χατζήνα, Ερευνήτρια Γ’,
Υπεύθυνο Ίδρυμα: Ινστιτούτο Μελισσοκομίας , ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε
Συνεργαζόμενο ίδρυμα: Ινστιτούτο Κτηνιατρικών Ερευνών Αθηνών (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.)
Χρηματοδότηση: ΚΑΝ 797/04 ΕΚ: 2005-2007
Δραστική ουσία:
Για τους περισσότερους πειραματισμούς χρησιμοποιήθηκε δι-ένυδρο Οξαλικό Οξύ,
συσκευασμένο, (C2H2O4*2H20) με μοριακό βάρος 126,07 g/mol. Η καθαρότητά του σε
Οξαλικό οξύ είναι 71,5%. Σε έναν μόνο πειραματισμό χρησιμοποιήθηκε χύμα Ο.Ο. με
καθαρότητα 99,6%.
Στόχοι προγράμματος:
 Η μέτρηση της αποτελεσματικότητας της μεθόδου διαβροχής και άλλων
εναλλακτικών μεθόδων εναντίον του βαρρόα σε συνθήκες ύπαρξης αλλά και
απουσίας γόνου. Αυτό είναι σημαντικό δεδομένου ότι στην Ελλάδα υπάρχουν
πολλές περιοχές στις οποίες τα μελίσσια διατηρούν γόνο και το χειμώνα και η
καταπολέμηση του Βαρρόα είναι προβληματική.
 Η μέτρηση της ανεκτικότητας των μελισσών και των επιπτώσεων της εφαρμογής στο
μέγεθος των μελισσιών και την ανάπτυξη του γόνου.
Τρόποι εφαρμογής:
Διαβροχή
Η μέθοδος της διαβροχής θεωρείται απλή, γρήγορη και αποτελεσματική. Διάλυμα
οξαλικού οξέος σε σιρόπι χρησιμοποιείται για την διαβροχή των μελισσών ανάμεσα στα
τελάρα με τη βοήθεια σύριγγας. 5-6 κυβικά εκατοστά του λίτρου χρησιμοποιούνται για
κάθε διάστημα τελάρων. Σε κάθε πειραματισμό χρησιμοποιήθηκαν 5-10 πειραματικά
μελίσσια και 5-10 μελίσσια μάρτυρες. Διερευνήθηκαν διαφορετικές συγκεντρώσεις
οξαλικού οξέος σε πυκνά και αραιά διαλύματα ζάχαρης (2,7- 4,2% Ο.Ο. και 33% -50%
ζάχαρη).
Τάισμα με σιρόπι:
80g Ο.Ο. προστέθηκε σε 50% διάλυμα ζάχαρης και δόθηκε στις μέλισσες ως
τροφή (1/2 κιλού) την εποχή που υπήρχε γόνος στο μελίσσι για την αποφυγή δυσμενών
επιπτώσεων στο γόνο των μελισσών.
Ψεκασμός:
Διάλυμα O.O. ψεκάστηκε και από τις δύο πλευρές των τελάρων των κυψελών. 30
g Ο.Ο. διαλύθηκαν σε 1000 ml δισ-απεσταγμένου νερού. Το τελικό διάλυμα εφαρμογής
είχε συγκέντρωση 2.1% οξαλικού οξέος. Κάθε πλευρά της κηρήθρας δέχτηκε περίπου
2.5-3.0 ml του υδατικού διαλύματος.
Εξάχνωση:
Στερεή μορφή (σκόνη 2 g Ο.Ο για κάθε διώροφη κυψέλη) μέσω της διαδικασία της
εξάχνωσης. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε ειδική συσκευή (Varrox). Η οποία
παρέμενε εντός της κυψέλης περίπου 2.5 λεπτά.
Συμπεράσματα:
 Μία (1) εφαρμογή με Ο.Ο. με τη μέθοδο της διαβροχής-ενστάλαξης δεν έχει κανενός
είδους επίδραση στην ανάπτυξη των μελισσιών νωρίς την άνοιξη.
 Προτείνεται να προτιμάται η χρήση της ενστάλαξης σε σχέση με τη χρήση του
ψεκασμού ή της εξάχνωσης με Varrox.
 Συνιστάται η χρήση δι-ένυδρου και συσκευασμένου Οξαλικού Οξέος.
 Είναι προτιμότερο να δημιουργείται πρώτα το διάλυμα ζάχαρης και μετά να γίνεται
πολύ καλή διάλυση του Ο.Ο. σε αυτό αφού έχει αποκτήσει τη θερμοκρασία δωματίου.
Να μην θερμαίνεται το διάλυμα της ζάχαρης με το Ο.Ο.
 Σε μελίσσια χωρίς γόνο συνιστάται: 3,5% Ο.Ο. σε πυκνό σιρόπι (80 γρ. Ο.Ο. σε 1 κιλό
νερό και 1 κιλό ζάχαρη). Η δοσολογία 4% και 4,2% δεν φάνηκε να έχει δυσμενή
επίδραση στα μελισσοσμήνη αυτό όμως πρέπει να επιβεβαιωθεί για δεύτερη φορά.
 Η δεύτερη εφαρμογή με Ο.Ο. τον χειμώνα φαίνεται να δημιουργεί μια μικρή
καθυστέρηση στην ανάπτυξη του μελισσιού, η οποία όμως καλύπτεται σε σύντομο
χρονικό διάστημα. Για το λόγο αυτό συνιστάται 1 μόνο εφαρμογή με Ο.Ο. και εάν
υπάρχει ανάγκη δεύτερης να χρησιμοποιείται άλλο φαρμακευτικό σκεύασμα.
 Σε μελίσσια με γόνο συνιστάται: 3,2 % Ο.Ο. σε αραιό σιρόπι (60 γρ. Ο.Ο. σε 1 κιλό
νερό και ½ κιλό ζάχαρη).
 Η δεύτερη εφαρμογή με την παραπάνω δοσολογία για τα μελίσσια με γόνο αυξάνει
την αποτελεσματικότητα αλλά δεν έχει ελεγχθεί ακόμα η υπολειμματικότητα του Ο.Ο.
στο μέλι. Για το λόγο αυτό σε δεύτερη εφαρμογή είναι προτιμότερο να χρησιμοποιηθεί
άλλο φαρμακευτικό σκεύασμα.
 Στην εφαρμογή της ενστάλαξης να χρησιμοποιούνται 5 ml ανά τελάρο που έχει
μέλισσες. Η εφαρμογή γίνεται στα μεσοδιαστήματα των τελάρων
 .
 Είναι προτιμότερο η εφαρμογή να γίνεται αργά το απόγευμα όταν οι περισσότερες
μέλισσες βρίσκονται μέσα στην κυψέλη και σε θερμοκρασίες όχι μικρότερες των 8-10
Κελσίου. Συνιστάται επίσης να αποφεύγεται η εφαρμογή σε θερμοκρασίες
μεγαλύτερες των 37 Κελσίου.
 Το διάλυμα ζάχαρης και Ο.Ο. πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα, εάν δυνατόν την ίδια
ημέρα. Ότι δεν έχει χρησιμοποιηθεί την ίδια ημέρα ή το πολύ την επομένη πρέπει να
πετιέται και να δημιουργείται νέο.
 Για διευκόλυνση και μείωση του χρόνου εφαρμογής μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η
σύριγγα αυτόματης τροφοδοσίας.
 Το Οξαλικό οξύ θεωρείται βιολογικό οξύ. Παρόλα αυτά παραμένει θεραπευτικό
σκεύασμα και η χρήση του πρέπει να γίνεται με σύνεση και προσοχή. Σε καμία
περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται υπέρ-δοσολογία.
Διαβάστε περισσότερα "Χρήση του Οξαλικού Οξέος στην αντιμετώπιση της Βαρροϊκής Ακαρίασης"

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

ΝΕΑ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΓΡΟΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 2013.

ΝΕΑ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΓΡΟΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 2013.

Μέσα στο φθινόπωρο του 2013 θα είναι έτοιμο, για καινούρια προκήρυξη, το πρόγραμμα των Νέων Αγροτών, προκειμένου να δεχτεί κι άλλους υποψηφίους. Υπολογίζεται ότι 5000-6000 δικαιούχοι θα μπορέσουν να ενταχθούν στη δράση, με πριμ πρώτης εγκατάστασης κατά μέσο όρο στα 17.000 ευρώ.

Σύμφωνα με την άτυπη ενημέρωση που παρείχε στις 9 Ιουλίου ο παραιτηθείς ειδικός γραμματέας Κοινοτικών Πόρων και Υποδομών του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, Θανάσης Θεοχαρόπουλος, το ποσό των 100 εκατ. ευρώ θα εξασφαλιστεί από τη μετακίνηση κονδυλίων κατά το 2014 και το 2015 από προγράμματα με χαμηλή απορρόφηση.
Ο ίδιος είπε ότι «λόγω της οικονομικής συγκυρίας, οι επενδυτικές δράσεις δεν έχουν τόσο μεγάλη ζήτηση από τους ενδιαφερόμενους, όπως παλαιότερα, ενώ το πρόβλημα επιδεινώνεται λόγω έλλειψης τραπεζικής χρηματοδότησης».

Πάντως, η απαραίτητη τροποποίηση του υφιστάμενου προγράμματος «Αλέξανδρος Μπαλτατζής» κατατέθηκε τον Ιούνιο στα αρμόδια κοινοτικά όργανα και, όταν εγκριθεί, δηλαδή περίπου τον Σεπτέμβριο, θα ανοίξει ο δρόμος για τη νέα προκήρυξη.
Αγροτικα
Διαβάστε περισσότερα "ΝΕΑ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΓΡΟΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 2013."

EΓΚΡΙΘΗΚΑΝ ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2014 -2016


Την Πέμπτη 18 Ιουλίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε τα Προγράμματα για τη βελτίωση της παραγωγής μελιού, προϋπολογισμού για την Ελλάδα περί τα 8,5 εκ. € στην τριετία 2014 - 2016.
Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το 9% περίπου των συνολικών ποσών που διαθέτει η ΕΕ για τα 28 πλέον κράτη μέλη. Αν ληφθεί υπόψη και η εθνική συμμετοχή στις ενισχύσεις, τα συνολικά διαθέσιμα ποσά για την ελληνική μελισσοκομία φθάνουν τα 17 εκ. €. Τα «μελισσοκομικά προγράμματα» είναι συγχρηματοδοτούμενα σε ποσοστό 50% από την Ευρωπαϊκή Ένωση και 50% από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
Στόχος των μελισσοκομικών προγραμμάτων είναι, μέσω της υλοποίησης δράσεων διαρθρωτικού χαρακτήρα να βελτιωθούν οι συνθήκες παραγωγής και εμπορίας των μελισσοκομικών προϊόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να στηριχθεί ο τομέας της μελισσοκομίας.
Το ύψος της Ευρωπαϊκής συμμετοχής στη χρηματοδότηση των «μελισσοκομικών προγραμμάτων» σχετίζεται άμεσα και καθορίζεται από τον σύνολο των μελισσοσμηνών που διαθέτει το κάθε Κράτος Μέλος. Οι επιδοτήσεις μπορούν να χρηματοδοτήσουν έξι κατηγορίες μέτρων υπέρ των μελισσοκόμων: τεχνική βοήθεια προς τους μελισσοκόμους και τις ομάδες τους, έλεγχο της βαρροϊκής ακαρίασης, που αποτελεί σημαντικό πρόβλημα των μελισσοσμηνών, εργαστηριακές αναλύσεις που διασφαλίζουν την ποιότητα, ανασύσταση του μελισσοκομικού κεφαλαίου και εφαρμοσμένη έρευνα στον τομέα με στόχο την βελτίωση της παραγωγικότητας.
Η συνολική προϋπολογισθείσα δαπάνη για την Ελλάδα καθορίζεται για κάθε ένα από τα έτη αναφοράς ως εξής:
Τα ποσά της χρηματοδότησης κατανέμονται βάσει του εγκεκριμένου εθνικού «μελισσοκομικού προγράμματος» στις ακόλουθες δράσεις:
Μέτρο 1ο : ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΟΜΑΔΕΣ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΩΝ
1.1 Λειτουργία κέντρων μελισσοκομίας
1.2 Λειτουργία ηλεκτρονικού δικτύου μελισσοκομίας
1.3 Εκπαιδεύσεις μελισσοκόμων – έκδοση εντύπων
1.4 Στήριξη της προώθησης του μελιού και των άλλων προϊόντων της κυψέλης
Μέτρο 3ο : ΕΞΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΩΝ
3.1 Εξοπλισμός για τη διευκόλυνση των μετακινήσεων (αντικατάσταση κυψελών)
3.2 Οικονομική στήριξη της νομαδικής μελισσοκομίας
Μέτρο 4ο : ΜΕΤΡΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΦΥΣΙΚΟΧΗΜΙΚΩΝ ΙΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΟΥ ΜΕΛΙΟΥ
4.1 Αναλύσεις μελιού
4.2 Στήριξη ίδρυσης και λειτουργίας εργαστηρίων ανάλυσης μελιού
Μέτρο 6ο : ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΕΡΕΥΝΑ
6.1 Εφαρμοσμένη έρευνα Ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Αθανάσιος Τσαυτάρης με αφορμή την έγκριση των προγραμμάτων μελισσοκομίας προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Η νέα χρηματοδότηση θα επιτρέψει την απρόσκοπτη συνέχιση ενός αποτελεσματικού προγράμματος, για ένα κλάδο με παρουσία στις εξαγωγές μας, που απασχολεί περί τους 27.000 μελισσοκόμους, σε περιοχές μάλιστα ευαίσθητες όπως τα νησιά. Το μέλι είναι ένα σημαντικό προϊόν για τη χώρα, ένα προϊόν εθνικής εμβέλειας, υψηλής διατροφικής αξίας, που συμβολίζει την ποιότητα και την αειφορία.
Ο τομέας έχει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, αν ληφθεί υπόψη ότι η ΕΕ καλύπτει από την εγχώρια παραγωγή μόλις το 40% των αναγκών της. Με την κατάλληλη υποστήριξη μπορεί να αποδειχθεί άλλη μια πηγή απασχόλησης και εισοδήματος προερχομένη από τον πρωτογενή τομέα».
Διαβάστε περισσότερα "EΓΚΡΙΘΗΚΑΝ ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2014 -2016"

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Εκμετάλλευση φθινοπώρου

Το έλεγξε ο/η Μάνθος Ματθιόπουλος   
24.10.05
Από το βιβλίο του Ανδρέα Θρασυβούλου «Πρακτική Μελισσοκομία»,Θεσσαλονίκη 2001, Εκδόσεις Μελισσοκομική Επιθεώρηση, Νίκος Παππάς   
Εκμετάλλευση ανθοφοριών και μελιττοεκκρίσεων φθινοπώρου.
  • Πεύκο. Πευκοδάση εμβολιασμένα με τον εργάτη και με μεγάλη παραγωγή μελιτωμάτων βρίσκονται σε αρκετές περιοχές της χώρας και κύρια στην Εύβοια, Σκόπελο, Σκιάθο, Θάσο, Ζάκυνθο, Ρέθυμνο, Ρόδο, Χαλκιδική κ.α. Η εξάπλωσή του επεκτείνεται κατά μήκος των ακτών του Αιγαίου Πελάγους μέχρι τη Μ. Ασία.Η περίοδος που παράγονται οι μελιτώδεις εκκρίσεις είναι σταθερή από έτος σε έτος και μπορεί να προβλεφθεί με σχετική ακρίβεια σύμφωνα με τον πίνακα 1. 
 Πίνακας 1. Περίοδοι παραγωγής μελιτωμάτων από το πεύκο.
Περίοδος μελιτοέκκρισηςΠαρατηρήσεις
1/3 - 15/4έντονη μελιτοέκκριση
15/6 - 30/8περιορισμένη μελιτοέκκριση
15/9 - 30/10έντονη και σταθερή μελιτοέκκριση

  • Ερείκης (Erica multipolyflora salisb) (σουσούρα). Η ερείκη αντίθετα με το πεύκο δίνει άφθονη γύρη και νέκταρ, βοηθά σημαντικά να εκτραφεί γόνος και να δυναμώσουν τα μελίσσια τα οποία ξεχειμωνιάζουν με επιτυχία. Το βασικό μειονέκτημα της ερείκης είναι ότι είναι επισφαλής πηγή τροφών για τις μέλισσες, δεν αποδίδει κάθε χρόνο και επηρεάζεται σημαντικά από παράγοντες περιβάλλοντος. Επίσης στην ερείκη οι εργάτριες γίνονται επιθετικές, λεηλάτριες και τα τσιμπήματα τους είναι οδυνηρά.Κατάλληλες συνθήκες για την ανθοφορία της ερείκης είναι ο βροχερός Αύγουστος, οι μέτριες θερμοκρασίες και οι δροσερές νύχτες. 
  • Ακονιζιά (Inula viscosa) Θάμνος με ζωηρά κίτρινα άνθη και προσφέρει άφθονη γύρη στις μέλισσες. Το φυτό είναι διαδεδομένο σ’ όλη τη χώρα όχι όμως σε μεγάλες εκτάσεις. Συναντιέται στα ρείθρα των δρόμων και σε μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Αλμυρίκι (Tamarix spp). Αυτοφυές και καλλωπιστικό δένδρο ή θάμνος που βρίσκεται σε παραθαλάσσιες περιοχές. Ανθίζει τον Νοέμβριο και προσφέρει κυρίως γύρη. 
  • Αρκουδόβατο (Smilax aspera L.). Αναρριχώμενο φυτό με άσπρα λουλούδια, συναντιέται στα πευκοδάση. Δίνει άφθονο νέκταρ και γύρη από τον Αύγουστο έως και τον Οκτώβριο. Στηρίζει σημαντικά την εκτροφή γόνου σε μελίσσια που βρίσκονται στα πευκοδάση βοηθώντας έτσι στην καλύτερη εκμετάλλευση των φθινοπωρινών μελιτωμάτων αλλά και στην ανανέωση του πληθυσμού. Οι βροχές την περίοδο αυτή ευνοούν την ανθοφορία του φυτού Κισσός (Hedera helix). Δίνει αποκλειστικά γύρη που είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη διατήρηση του γόνου στα πευκοδάση το φθινόπωρο. Τα φυτά του κισσού είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά και ζουν πολλά χρόνια 
  • Κουμαριά (Arbutus unedo). Θάμνος που βρίσκεται σχεδόν σ’ όλη τη χώρα. Αρχίζει την άνθισή του από τα μέσα Νοεμβρίου και συνεχίζει όλο το Δεκέμβριο. Τα μελίσσια που εκμεταλλεύονται την ανθοφορία της κουμαριάς επεκτείνουν σημαντικά το γόνο τους και δυναμώνουν.Το αποθηκευμένο στις κηρήθρες μέλι κουμαριάς έχει υψηλά ποσοστά υγρασίας λόγω προχωρημένης εποχής και μεγάλη φυσική περιεκτικότητα σε ζύμες με αποτέλεσμα, μερικές φορές να ξινίζει εύκολα και να προκαλεί δυσεντερίες στις μέλισσες.  
  • Κρόκος (Crocus sativus). Δίνει άφθονο νέκταρ και γύρη το Σεπτέμβριο- Οκτώβριο. Καλλιεργείται στην Κοζάνη, στα Γρεβενά στη Δράμα και λιγότερο σ’ άλλες περιοχές της χώρας. 
  • Μουσμουλιά (Mespilus japonica). Ανθίζει τους χειμερινούς μήνες (Νοέμβριο-Δεκέμβριο). Είναι από τα λίγα ανθισμένα δένδρα αυτή την εποχή. Βοηθά σημαντικά τα μελίσσια στο ξεκίνημά τους με την άφθονη γύρη που παρέχει αλλά και με το νέκταρ. Πολύκομβος (Polygonum spp). Συνεχίζει την ανθοφορία του σε σιταροχώραφα που δεν κάηκε η καλαμιά. Βοηθά ιδιαίτερα στο δυνάμωμα των μελισσιών με την άφθονη γύρη που παρέχει. 
  • Χαρουπιά (Ceratonia siliqua L.) Ανθίζει το Σεπτέμβριο  δίνει άφθονο νέκταρ και γύρη. Μελίσσια που βρίσκονται σε περιοχές με πολλά χαρουπόδενδρα ανανεώνουν τον πληθυσμό τους και εισέρχονται στο χειμώνα με νεαρές μέλισσες.
Τελευταία ανανέωση ( 29.11.05 )
Διαβάστε περισσότερα "Εκμετάλλευση φθινοπώρου"

ΘΥΜΟΛΗ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΚΗ-ΤΡΟΠΟΙ ΧΡΗΣΗΣ


ΘΥΜΟΛΗ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΚΗ:
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΈΜΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΡΡΟΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΙΣΣΩΝ:
Α-ΤΡΟΠΟΣ:
Τοποθετούμε 15 γραμμάρια κρυσταλλικής θυμόλης, πάνω στους κηρηθροφορείς στο κέντρο της κυψέλης μέσα σε ένα πλαστικό μπολ ύψους 3 εκατοστών, σκεπασμένο με ένα τούλι για να μην πετάξουν οι μέλισσες την θυμόλη έξω από την κυψέλη και για διάρκεια τουλάχιστον 21 ημερών(3 επταήμερα) για τον εργατικό γόνο, προτιμούμε 28 ημέρες (4 επταήμερα).
Η ιδανική θερμοκρασία είναι 12-32 C, με καλύτερη τους 18 C.
Η πρώτη εφαρμογή γίνεται την άνοιξη πριν την έντονη νεκταροέκρριση και η δεύτερη το φθινόπωρο μετά τον τρύγο.
Επειδή η κρυσταλλική θυμόλη έχει μια τάση υγροσκοπικότητας λόγω της σχετικής υγρασίας της ατμόσφαιρας, ειδικά άνοιξη και φθινόπωρο, ‘παγώνει’ και λόγω αυτής της κατάστασης μειώνεται ο ρυθμός εξάτμισης και συνεπώς η αποτελεσματικότητα της . Συνιστάται η τοθέτηση15 mlκαθαρό οινόπνευμα μέσα στο μπολ όπου έχει τοποθετηθεί η θυμόλη για να συνεχίσει σταθερά η εξάτμισή της άρα και η αποτελεσματικότητα της.
Β-ΤΡΟΠΟΣ:
Ζυγίζουμε 15 γραμμάρια κρυσταλλικής θυμόλης και τα ανακατεύουμε με 15 ml καθαρό οινόπνευμα, μέχρι να γίνει πλήρη διάλυση.
Από αυτό το μίγμα( όγκου περίπου 24 ml) παίρνουμε το 1/3 δηλ. 8 ml και τα μοιράζουμε σε δυο κομματάκια απορροφητικού υλικού( π.χ. Vitex) διαστάσεων τραπουλόχαρτου δηλαδή 4 ml σε κάθε κομματάκι, τα οποία τοποθετούμε διαγωνίως πάνω στα πλαίσια. Επαναλαμβάνουμε ανά 7-8 ημέρες, 3 φορές .
Γ-ΤΡΟΠΟΣ:
Παίρνουμε 30 γραμμάρια κρυσταλλικής θυμόλης και τα λιώνουμε σε 150 κυβικά εκατοστά καθαρό οινόπνευμα. Από το μίγμα αυτό, παίρνουμε 5-20 κυβικά εκατοστά και τα βάζουμε σε 13,5 λίτρα σιρόπι και ταΐζουμε το μελίσσι κατά τακτά χρονικά διαστήματα(κάθε 2-3 ημέρες με 200-500 ml) για 21-28 ημέρες.
Η χρήση αυτή μπορεί να επεκταθεί και στην διαδικασία παρασκευής του ζαχαροζύμαρου.
Η χρήση της θυμόλης ,σύμφωνα με πληροφορίες, ΄΄κόβει΄΄ τον βιολογικό κύκλο της βαρρόας, με συνέπεια την έμμεση ΄΄στείρωση΄΄ της θηλυκιάς βαρρόας.
Δεν επηρεάζει την βασίλισσα και τον γόνο.
Δεν αφήνει υπολλείματα στο κερί και στο μέλι.
Είναι εγκεκριμένο στην Βιολογική Μελισσοκομία.
Αποτελεσματικότητα πάνω από 95%, σε ιδανικές συνθήκες
θερμοκρασιών 12-32 C, με καλύτερη τους 18 C.
Διαβάστε περισσότερα "ΘΥΜΟΛΗ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΚΗ-ΤΡΟΠΟΙ ΧΡΗΣΗΣ"

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

ΥΨΗΛΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΣΑΙ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ.

ΥΨΗΛΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΣΑΙ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ.

Το γένος Sideritis L. περιλαμβάνει μια πληθώρα φυτικών ειδών αποτελούμενων από ποώδη ετήσια, ποώδη πολυετή, καθώς και μικρούς θάμνους. Πρόκειται για αρωματικά - φαρμακευτικά φυτά που ανήκουν στην οικογένεια των Χειλανθών (Lamiaceae). Τα περισσότερα είδη του γένους Sideritis αποτελούνται από πολυετή ποώδη φυτά, τα οποία αυτοφύονται σε χώρες της Μεσογείου, ενώ πολλά είδη του γένους αυτού υπάρχουν και στην Ασία. 


Στην περιοχή της Μεσογείου, όπου φαίνεται να είναι και το κέντρο καταγωγής του φυτού, έχουν καταγραφεί πάνω από 100 διαφορετικά είδη του γένους Sideritis. Η μεγαλύτερη ποικιλία ειδών συναντάται στην Ιβηρική Χερσόνησο, με 45 τουλάχιστον είδη τα περισσότερα των οποίων είναι ενδημικά, ενώ 14 από αυτά απειλούνται σήμερα με εξαφάνιση. Χώρες πλούσιες σε πληθυσμούς και ποικιλία ειδών είναι επίσης η Ελλάδα, η Ιταλία και χώρες των ακτών της βόρειας Αφρικής. 

Σε όλες σχεδόν τις Μεσογειακές χώρες είδη του γένους αυτού είναι γνωστά, σε τοπική κλίμακα, ως βότανα για διάφορες χρήσεις. Όμως χρήση για την παρασκευή τσαγιού γίνεται μόνο στην Ισπανία και κυρίως στην Ελλάδα, όπου έχουμε και τη μεγαλύτερη κατανάλωση. Το παρασκευαζόμενο αφέψημα με το όνομα «Τσάι του Βουνού» παρουσιάζει πολλές ευεργετικές ιδιότητες, οι οποίες οφείλονται στα συστατικά του αιθέριου ελαίου του, όπως για παράδειγμα στα φλαβονοειδή. 

Το αφέψημα από το φυτό προτιμάται πολύ από τους Έλληνες, ειδικά τους χειμερινούς μήνες, λόγω της ευεργετικής του επίδρασης σε κρυολογήματα και φλεγμονές του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος,ιδιότητες που ενισχύονται με την προσθήκη μελιού. Οι ευεργετικές επιδράσεις οφείλονται στην αντιφλεγμονώδη, βακτηριοστατική και αντιοξειδωτική δράση του. Ακόμη θεωρείται ευστόμαχο, εφιδρωτικό, τονωτικό, αντιερεθιστικό και αντιαναιμικό διότι περιέχει Fe (Floca et al 1981). 

Οργανοληπτικά το ρόφημα είναι πολύ εύγευστο και αρωματικό, ενώ μπορεί να καταναλωθεί ζεστό ή κρύο, με μέλι ή και σκέτο. Μέχρι τώρα καλλιέργεια ειδών του φυτού, γίνεται μόνο στην Ελλάδα. Το μέρος του φυτού που συλλέγεται είναι η ταξιανθία σε πλήρη άνθηση μαζί με 5-6 cm βλαστού. Οι ανθοφόροι βλαστοί ξηραίνονται ώστε να μπορούν να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.Δυστυχώς δεν έχουν γίνει συστηματικές προσπάθειες προώθησης σε χώρες της Ευρώπης, όπου η κατανάλωση αφεψημάτων είναι αρκετά μεγάλη. 

Από τα 17 περίπου είδη που αυτοφύονται στην Ελλάδα, ιδιαίτερα γνωστά και με μεγάλη εξάπλωση είναι τα παρακάτω: 

1. Sideritis athoa: (Papan. & Kokkini) Κοινώς λέγεται τσάι βλάχικο, και στο Άγιο Όρος μπεττόνικα. Είναι πολυετής πόα ύψους μέχρι 40 εκ., όπου καλύπτεται ολόκληρο με μικρές αδενώδεις τρίχες. Ο βλαστός είναι όρθιος απλός ή διακλαδισμένος και ξυλώδης στη βάση του. Αυτοφύεται στον Άθω, στην Πίνδο και στην Σαμοθράκη. 

2. Sideritis clandestina: (Chaub. & Bozy) Κοινώς λέγεται τσάι του Μαλεβού ή τσάι του Ταϋγέτου. Είναι πολυετής πόα ύψους μέχρι 40 εκ. Ο βλαστός του είναι, όπως και στο προηγούμενο είδος, απλός ή διακλαδισμένος. Αυτοφύεται σε βράχους στις υπαλπικές και αλπικές περιοχές του Μαλεβού, του Ταϋγέτου και της Κυλλήνης. 

3. Sideritis syriaca: (Κοινώς λέγεται τσάι της Κρήτης, γνωστό ως μαλοτήρας ή καλοκοιμηθιά. Είναι πολυετής πόα, ύψους 50 εκ. Έχει βλαστό συνήθως απλό, ισχυρό, όρθιο, που καλύπτεται με πυκνό άσπρο χνούδι. Αυτοφύεται στα βουνά της Κρήτης και κυρίως στα Λευκά Όρη και στον Ψηλορείτη σε υψόμετρο 1.300 - 2.000 μέτρα. 

4. Sideritis euboea: (Heldz) Κοινώς λέγεται τσάι της Εύβοιας ή τσάι απ' το Δέλφι. Είναι πολυετής πόα ύψους 30-50 εκ., με πυκνό και λευκό χνούδι σε όλα τα μέρη του. Ο βλαστός του είναι ξυλώδης στη βάση, ισχυρός, απλός ή μερικές φορές διακλαδισμένος. Αυτοφύεται στην Εύβοια και κυρίως στα βουνά Δίρφυ σε υψόμετρο 1.000 - 1.540μ. 

5. Sideritis scardica: (Griseb) Κοινώς λέγεται τσάι του Ολύμπου. Είναι πολυετής πόα, έχει βλαστό απλό ή διακλαδισμένο, τετραγωνισμένο, λίγο ξυλώδη στην βάση. Αυτοφύεται σε βραχώδη μέρη και σε υψόμετρο πάνω από 1.000μ., στον Όλυμπο, στον Κίσσαβο και στο Πήλιο. 

6. Sideritis raeseri: (Boiss & heldz.) Κοινώς λέγεται τσάι του Παρνασσού ή τσάι του Βελουχιού. Είναι πολυετής πόα, ύψους μέχρι 40 εκ. Ο βλαστός είναι λεπτός, χνοώδης, απλός και σπάνια διακλαδισμένος, λίγο ξυλώδης στη βάση.Τα κατώτερα φύλλα είναι έμμισχα και τα ανώτερα άμισχα λογχοειδή, λίγο πριονωτά με άσπρο χνούδι, και άνθη έντονα κίτρινα στις ακραίες ταξιανθίες. Αυτοφύεται και καλλιεργείται στον Νομό Μαγνησίας. Ευδοκιμεί σε ορεινές περιοχές και σε χωράφια ασβεστούχα, πετρώδη, μέτριας γονιμότητας, ξηρικά. 

Κοινό χαρακτηριστικό των ειδών αυτών αλλά και γενικά του γένους SideritisL. είναι ότι πρόκειται για φυτά ιδιαίτερα προσαρμοσμένα για να επιβιώνουν σε απόκρημνες βραχώδεις περιοχές με υψόμετρο άνω των 1000 μέτρων. Τα είδη αυτά είνα ιδιαίτερα ανθεκτικά στην ξηρασία και στις χαμηλές θερμοκρασίες. Δεν απαιτούν πλούσια εδάφη και προτιμούν θέσεις, με ελαφρό έδαφος όχι ιδιαίτερα βαθύ, όχι συνεκτικό, με άφθονο ήλιο. Συναντώνται ιδιαίτερα σε σχισμές βράχων όπου ελάχιστα είδη φυτών θα μπορούσαν να επιβιώσουν. 

Από τα παραπάνω είδη καλλιεργείται μόνο το S. raeseri Boiss & Heldz το οποίο αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους κυρίως του χωριου Βρύναινα και Κοκκωτοί, που βρίσκονται σε ορεινές περιοχές του όρους Όρθρυς. Τα χωριά αυτά βρίσκονται στις ανατολικές πλαγιές του όρους Όρθρυς σε υψόμετρο περίπου 700m και ανήκουν στην επαρχία Αλμυρού Η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα δύο χωριά είναι εξαιρετικά πλούσια σε μεσογειακή χλωρίδα, η οποία διαφοροποιείται αρκετά από αυτή γειτονικών βουνών, όπως αυτό του Πηλίου. Η περιοχή διαφοροποιείται και κλιματικά ( στοιχεία Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας), από το γεγονός της χαμηλότερης σε σχέση με άλλες γειτονικές περιοχές ετήσιας βροχόπτωσης και χαμηλότερης σχετικής υγρασίας. Χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η ύπαρξη πολλών αρωματικών φυτών της Μεσογειακής χλωρίδας, τα οποία με βάση παρατήρηση που έγινε στην περιοχή για τις ανάγκες αυτής της εργασίας, βρίσκονται σε σημαντικούς πληθυσμούς σε σχέση με την υπόλοιπη χλωρίδα. 

Λόγω της ύπαρξης έντονου αναγλύφου στην περιοχή το οποίο περιλαμβάνει παραθαλάσσιες πεδιάδες, πλαγιές, κοιλάδες και εμπεριέχει έντονες εναλλαγές υψομέτρων (από τη θάλασσα, έως και τα 1700m στις κορυφές του βουνού) υπάρχει σε μικρή σχετικά έκταση διαφοροποίηση κλιματικών συνθηκών. Από τα υπάρχοντα αρωματικά φυτά της περιοχής μερικά εμφανίζονται σε ποικιλία υψομέτρων ενώ άλλα σε συγκεκριμένο εύρος. 

Στην καθαρά ορεινή ζώνη αυτοφύεται σε μεγάλη έκταση ένα από τα πέντε είδη, του γένους Sideritis που υπάρχουν στην Ελλάδα Πρόκειται για το είδος S. raeseri ή κοινώς Τσάι του Βουνού 

Το «Τσάι του Βουνού» στην περιοχή του όρους Όρθρυς αποτελεί βασικό συστατικό της διατροφικής παράδοσης των κατοίκων της περιοχής και μάλιστα σε σημείο που η συλλογή του να αποτελεί μια ολόκληρη τελετουργία και μέρος της τοπικής ιστορίας. Πρόκειται για ένα φυτικό είδος, που αποτελεί στοιχείο της τοπικής παράδοσης και οικονομίας και που χάρη στην οξυδέρκεια και τον επαγγελματικό ζήλο κρατικών γεωπόνων και κυρίως του κ. Δ. Μητσογιάννη, που εργαζόταν στο τοπικό γραφείο Γεωργικής Ανάπτυξης στην περιοχή, έγινε μαζί με την κτηνοτροφία βασική πηγή εσόδων για την τοπική οικονομία. 

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία διότι στήριξε οικονομικά τα χωριά Βρύναινα και Κοκκωτοί και μείωσε σημαντικά την έντονη τάση αστυφιλίας που επικράτησε στην περιοχή τις δεκαετίες του 80 και 90 και αποτελεί και σήμερα σοβαρή απειλή για τα δύο αυτά χωριά. Αξίζει να αναφερθούν κάποια στοιχεία από την ιστορία του φυτού και της καλλιέργειάς του στα μέρη αυτά. Κατά τα παλαιότερα χρόνια το φυτό ήταν γνωστό για τη χρήση του στην παρασκευή αφεψήματος, στα ορεινά χωριά του όρους Όρθρυς και η κατανάλωσή του ήταν κυρίως τοπική. Αποτελούσε όμως σημαντικό στοιχείο στην τοπική διατροφική και γενικότερη παράδοση. Μάλιστα είχε επικρατήσει στο χωριό Βρύναινα την περίοδο της πλήρους άνθησης των φυτών, να καθορίζεται μια μέρα κατά την οποία όλο το χωριό ξεκινούσε για τη συγκομιδή. Ήταν κάτι σαν τοπικό εθιμικό πανηγύρι. Νωρίς το πρωί χτυπούσε η καμπάνα του χωριού και κάθε ικανό άτομο πήγαινε στην πλατεία και όλοι μαζί ξεκινούσαν για τις κορυφές του βουνού, για τη συλλογή των ανθοφόρων βλαστών.. 

Μετά τη λήξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου πολλοί κάτοικοι από τα ορεινά χωριά κατέφυγαν σε μεγαλύτερες πόλεις όπου διέδωσαν και τη χρήση του τσαγιού. Έτσι κατά τις δεκαετίες του 50 και 60 όπου πολλοί πλέον κάτοικοι της επαρχίας είχαν συγκεντρωθεί στα αστικά κέντρα, η κατανάλωση του τσαγιού άρχισε να αυξάνει πανελλαδικά.Στα τέλη της δεκαετίας του 60 άρχισαν οι πρώτες σκέψεις για καλλιέργεια του φυτού. Η προσπάθεια ξεκίνησε από το τοπικό Γραφείο Αγροτικής Ανάπτυξης του Αλμυρού. 

Δηλαδή πρόκειται για ένα περιζήτητο βότανο, που πέραν των θεραπευτικών του ιδιοτήτων, ανοίγει... δρόμους για συμπληρωματική πηγή εισοδήματος. 

Το τσάι του βουνού εμφανίζει μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης, με κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητες αποδόσεις. Αλλωστε, τα τελευταία χρόνια σε όλες τις διεθνείς αγορές η ζήτηση για προϊόντα φυσικής προέλευσης είναι αυξανόμενη. 

Το τσάι βουνού ή σιδερίτης είναι ίσως ένα από τα πιο διαδεδομένα σε κατανάλωση αφεψήματα σε όλη την Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και πιο γνωστό και στην Ευρώπη, όπου το αναζητούν για τις θαυμαστές ιδιότητές του. 

Το πλεονέκτημα της καλλιέργειας τσαγιού είναι ότι δεν απαιτούνται γόνιμα εδάφη. Η καλλιέργεια μπορεί να γίνεται σε χωράφια που έχουν καταστραφεί από μακροχρόνια χρήση ή σε βραχώδη λιβάδια. Οπότε δεν πρόκειται για καλλιέργεια που γίνεται σε βάρος άλλων παραδοσιακών για την περιοχή καλλιεργειών. 

Το γένος Sideritis (προέρχεται από την ελληνική λέξη «σίδηρος», εξαιτίας της περιεκτικότητας του τσαγιού σε αυτό το στοιχείο) περιλαμβάνει περί τα 150 είδη και υποείδη, τα οποία ευδοκιμούν κυρίως στο βόρειο ημισφαίριο. Περίπου δέκα φύονται στην Ελλάδα. 

Χρησιμοποιείται με τη μορφή αφεψήματος, που παράγεται με την προσθήκη μικρής ποσότητας ξηρής δρόγης σε νερό που βράζει. Το ρόφημα πλούσιο σε σίδηρο, τονωτικό, αποχρεμπτικό, με αντιθρομβωτική, αντιυπερτασική και αντιοξειδωτική δράση, καταναλώνεται κυρίως τη χειμερινή περίοδο για την αντιμετώπιση του κοινού κρυολογήματος. Επίσης, θεωρείται σημαντικό μελισσοτροφικό φυτό. 
Τα τελευταία χρόνια σε όλες τις διεθνείς αγορές η ζήτηση για προϊόντα φυσικής προέλευσης είναι αυξανόμενη. 

Τα αρωματικά φαρμακευτικά φυτά, όπως είναι το τσάι του βουνού, αλλά και τα πολύ υψηλότερης οικονομικής αξίας δευτερογενή προϊόντα τους -αιθέρια έλαια/εκχυλίσματα- έχουν ιδιαίτερα σημαντική θέση σε αυτήν την κατηγορία φυτικών προϊόντων, λόγω των πολλών και διαφορετικών χρήσεων και εφαρμογών τους σε τομείς όπως τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών και τη φαρμακοβιομηχανία 

Για τη σωστή ανάπτυξη του κλάδου αυτού, οι δράσεις θα πρέπει να βασίζονται και στη λειτουργία αντίστοιχων μεταποιητικών μονάδων (επεξεργασίας, τυποποίησης, μεταποίησης - παραγωγής αιθερίων ελαίων - εκχυλισμάτων και άλλων υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντων). 

Ομάδα γεωπόνων που ασχολούνται με την εγκατάσταση καλλιεργειών αρωματικών φυτών παραθέτουν συμβουλές για όσους ενδιαφέρονται να ασχοληθούν με τον συγκεκριμένο κλάδο: 

Δημιουργία μικρών ευέλικτων ομάδων, που θα θελήσουν να δοκιμάσουν την καλλιέργεια τσαγιού. Η καταγραφή των αυτοφυών φυτών στην ευρύτερη περιοχή μπορεί να αποτελέσει οδηγό, καθώς θα είναι πιο εύκολος ο εγκλιματισμός στις εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής. 

Εδαφολογικές αναλύσεις για τη γνώση της ποιότητας των εδαφών.
Δοκιμαστικές καλλιέργειες σε μικρή έκταση σε διάφορες περιοχές με συμμετοχή και καθοδήγηση γεωπόνων. 

Καταγραφή ημερολογιακά του χρόνου απασχόλησης και προσδιορισμός του κόστους παραγωγής και του καθαρού εισοδήματος που μπορεί να προκύψει για τους παραγωγούς.

Καταγραφή της απόδοσης σε χλωρό και ξηρό βάρος και ποσοτικές και ποιοτικές αναλύσεις των αιθέριων ελαίων.
Ερευνα αγοράς σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Με τη στρεμματική απόδοση, σύμφωνα με το Εθνος, στο τσάι του βουνού να είναι διπλάσια όταν η καλλιέργεια είναι βιολογική, τα έσοδα ανά στρέμμα σε ετήσια βάση μπορούν να φθάσουν τα 800 ευρώ. Καλλιέργεια περιορισμένων απαιτήσεων, ιδανική για φτωχά εδάφη, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει αυξανόμενη ζήτηση. Αυτή η ανάγκη οδήγησε στη συστηματική καλλιέργεια του φυτού, καθώς τα αυτοφυή φυτά δεν ήταν δυνατό να καλύψουν τις ανάγκες της αγοράς.

Η καλλιέργειά του στο ίδιο χωράφι έχει διάρκεια ζωής από 5 έως 8 χρόνια. Οι αποδόσεις και η διάρκεια ζωής της καλλιέργειας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις καλλιεργητικές φροντίδες. Σε χρονιά πλήρους παραγωγής οι αποδόσεις σε ξηρό προϊόν αγγίζουν τα 100-150 κιλά ανά στρέμμα. Οι περισσότεροι παραγωγοί το πωλούν σε μπάλες των 20-25 κιλών και, ανάλογα με τις διαπραγματεύσεις που κάνουν, πετυχαίνουν καθαρό πρόσοδο της τάξης των 500-700 ευρώ.

Το φυτό ευδοκιμεί σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο, αντέχει στις χαμηλές θερμοκρασίες, προτιμά τα πετρώδη ασβεστολιθικά εδάφη αλλά αναπτύσσεται σε ποικιλία εδαφών. Εχει ελάχιστες απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία, και αντοχή στην έλλειψη νερού. Το φυτό είναι ανθεκτικό σε εχθρούς και ασθένειες όταν καλλιεργείται σε υψόμετρο άνω των 800 μέτρων.

Παρουσιάζει ιδιαίτερη αντοχή στις χαμηλές θερμοκρασίες. Αναπτύσσεται σε ποικιλία εδαφών, ωστόσο προτιμά τα βραχώδη και ασβεστολιθικά. Επιδιώκοντας συνθήκες ανάλογες με τις φυσικές συνθήκες ανάπτυξης του φυτού αυξάνονται οι πιθανότητες παραγωγής ποιοτικού προϊόντος.

Ο πολλαπλασιασμός της καλλιέργειας πραγματοποιείται είτε με σπόρο είτε με παραφυάδες. Ο σπόρος συγκεντρώνεται από το τσάι που φύεται στο βουνό. Μάλιστα για κάθε στρέμμα απαιτούνται περίπου 15 γρ. σπόρου. Αυτή η ποσότητα σπέρνεται σε σπορείο από τον Αύγουστο μέχρι αρχές Οκτωβρίου και τα σπορόφυτα που προκύπτουν μεταφυτεύονται.

Το τσάι του βουνού, μετά το δεύτερο έτος, δίνει αρκετές παραφυάδες, βλαστούς με λίγες ρίζες στη βάση. Να σημειωθεί ότι το καλλιεργούμενο μπορεί να δώσει πολλές παραφυάδες, ενώ στην περίπτωση του αυτοφυούς είναι πολύ λιγότερες. Οταν οι παραφυάδες αφαιρεθούν από τα μητρικά φυτά, φυτεύονται στο χωράφι, όπως και τα φυτά των σπορείων.

Σε περίπτωση που δεν βρέχει την περίοδο της φύτευσης, ένα καλό ριζοπότισμα θα αυξήσει τις αποδόσεις της καλλιέργειας. Στη συνέχεια, όμως, δεν χρειάζεται πότισμα, γιατί υποβαθμίζεται η ποιότητα του προϊόντος και κατ' επέκταση η εμπορική του αξία.

Η συγκομιδή γίνεται συνήθως τον Ιούλιο, όταν τα φυτά βρίσκονται σε πλήρη άνθιση και τα ανθοφόρα στελέχη αρχίζουν να ξυλοποιούνται, οπότε η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο είναι μεγαλύτερη. Κόβεται ολόκληρη η ταξιανθία και μέρος του βλαστού, μήκους 5-6 εκ. με μαχαίρι ή δρεπάνι. Στη συνέχεια μεταφέρονται για ξήρανση σε υπόστεγα ώσπου να αποκτήσουν το επιθυμητό πρασινοκίτρινο χρώμα.

Η καλλιέργεια αρωματικών - φαρμακευτικών φυτών, όπως είναι το τσάι του βουνού, είναι ένας κλάδος της αγροτικής παραγωγής που δείχνει ικανός να δώσει διέξοδο στις σημερινές δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζει η ελληνική γεωργία. Παρά το γεγονός ότι η καλλιέργεια των φυτών αυτών στην Ελλάδα είχε ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, εξακολουθεί να θεωρείται ένα νέο σχετικά πεδίο δράσης για τον ελλαδικό χώρο, προσφέροντας μια εναλλακτική δυναμική ανάπτυξης στον πρωτογενή τομέα, ενώ δίνει ώθηση και στον δευτερογενή τομέα της μεταποίησης. 

Πρόκειται, εξάλλου, για μια καλλιέργεια που παρουσιάζει μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης στη βιομηχανία τροφίμων αλλά και στη φαρμακοβιομηχανία και την αρωματοποιία, με την παρασκευή αιθέριων ελαίων. Βέβαια, εκτάσεις συνολικά τεσσάρων-πέντε στρεμμάτων είναι συνήθως πάρα πολύ μικρές για πραγματικά έσοδα, διαθέτοντας χύδην τσάι του βουνού. Για να είναι κερδοφόρες οι πωλήσεις, θα πρέπει να επεκταθεί η παραγωγή της καλλιέργειας. Το τσάι του βουνού χρησιμοποιείται ως ξηρό φυτικό υλικό ως έχει ή έπειτα από σχετική κατεργασία, ή προορίζεται για περαιτέρω προϊόντα μεταποίησης υψηλής προστιθέμενης αξίας (αιθέρια έλαια, ή άλλες βιοδραστικές ουσίες). Ολοι οι πιθανοί χειρισμοί μετά τη συγκομιδή (ξήρανση, κοπή, διαλογή, αποθήκευση κ.ά.) έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί προσδίδουν υπεραξία στο προϊόν, όμως πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή και με τα σωστά μέσα, ώστε το τελικό προϊόν να είναι υψηλής ποιότητας. 

Συμπερασματικά,σύμφωνα με το Εθνος, το τσάι του βουνού είναι ένα προϊόν που αφήνει κέρδος, με την προϋπόθεση ότι ο παραγωγός θα ασχοληθεί σοβαρά και θα τηρηθούν οι κανόνες και οι αρχές για μια ποιοτική παραγωγή. 

Η προώθηση και η εμπορία του προϊόντος είτε ως ξηρό φυτικό υλικό είτε ως αιθέριο έλαιο είναι ιδιαίτερα σημαντικές και καθορίζουν ουσιαστικά την οικονομικότητα του όλου εγχειρήματος. Αγορές υπάρχουν και μάλιστα με αρκετά περιθώρια ώστε να απορροφήσουν την όποια ελληνική παραγωγή. Η είσοδος σε νεόφερτους είναι σίγουρα εφικτή αλλά και δύσκολη. Βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχή είσοδο και εδραίωση σε αυτό τον τομέα, ιδιαίτερα στις ξένες αγορές, είναι προϊόντα υψηλής ποιότητας και κυρίως με σταθερότητα και συνέχεια στην παράδοση. 

Η αγορά ριζωμάτων και φυτωρίων από τα εξειδικευμένα φυτώρια συχνά κοστίζει αρκετά (αν υπολογιστεί κατά μέσο όρο ότι κοστίζουν περισσότερο από 0,15-0,25 ευρώ ανά φυτό στην Ελλάδα και 0,05-0,18 ευρώ σε εξειδικευμένα φυτώρια της Ευρωπαϊκής Ενωσης). Με μια τυπική πυκνότητα φύτευσης περίπου 4.000 φυτών ανά στρέμμα, η δαπάνη για το φυτικό υλικό εγκατάστασης μπορεί να είναι περισσότερο από 600-1.000 ευρώ ανά στρέμμα. 

Στις πολυετείς καλλιέργειες, όπως είναι το τσάι του βουνού, το κόστος για την απόκτηση πολλαπλασιαστικού υλικού βαρύνει κυρίως τον πρώτο χρόνο της καλλιέργειας, εφόσον τα επόμενα χρόνια ο παραγωγός μπορεί από τις έτοιμες φυτείες να δημιουργήσει το δικό του πολλαπλασιαστικό υλικό και να επεκτείνει την καλλιέργεια. 

Μπορεί πάντως η καλλιέργεια γενικότερα των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών να εμφανίζει μια δυναμική ανάπτυξης στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, ωστόσο δεν λείπουν τα προβλήματα που βάζουν εμπόδια στην προώθηση της εναλλακτικής αυτής επιχειρηματικής δράσης. 

Ενα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Ελληνες παραγωγοί είναι η έλλειψη πιστοποιημένου ελληνικού πολλαπλασιαστικού υλικού αρωματικών φαρμακευτικών φυτών. 

Η δυσκολία εύρεσης γενετικού υλικού με σταθερά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά από αυτοφυείς πληθυσμούς της χώρας μας αποτελεί ένα μείζον θέμα, που χρήζει αντιμετώπισης από την πολιτεία.
ethnos.gr
Διαβάστε περισσότερα "ΥΨΗΛΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΣΑΙ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ."